Υπάρχει νεοναζιστική απειλή;

Η σκηνοθεσία της εκδήλωσης της Χρυσής Αυγής στις Θερμοπύλες (μια επιλογή χώρου που δεν ήταν καθόλου τυχαία) θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί απομίμηση του ναζιστικού Θριάμβου της Θέλησης στη Νυρεμβέργη. Εξίσου σαφής ήταν και η ομιλία του αρχηγού της. Επετέθη κατά του υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, που απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο υποκατάστασης του κράτους από παραστρατιωτικά τάγματα εφόδου, και απείλησε ότι θα φύγουν από τη Βουλή: «Αισθανόμαστε άβολα εκεί μέσα. Αν θέλουν την εγκαταλείπουμε ανά πάσα στιγμή. Βγαίνουμε στους δρόμους για να δούμε πόσα απίδια βγάζει ο σάκος. Θα δούμε τι σημαίνει τάγματα εφόδου, τι είναι δρόμος, και τι σημαίνει να ακονίζονται οι ξιφολόγχες στα πεζοδρόμια».

Ακόμη και αν εκλάβουμε αυτές τις δηλώσεις ως μια ρητορική υπερβολή, ενείχαν ένα στοιχείο απειλής. Ως πού μπορεί να φθάσει αυτή η απειλή και ποια πρέπει να είναι η απάντηση της δημοκρατίας στις «ακονισμένες ξιφολόγχες»;

ΤΟ ΒΗΜΑ 2.9.12

Γεωργιάδου Βασιλική

Η «κόκκινη γραμμή» της δημοκρατίας

Η Ιστορία τείνει να μεταβληθεί σε κακόηχο κρεσέντο: ακτιβιστές της Χρυσής Αυγής, στους οποίους περιλαμβάνονται βουλευτές και ο αρχηγός της, επιδίδονται στη δημόσια έκφραση μιας πολεμικής που παραβιάζει τα στοιχειώδη. Το ζήτημα δεν είναι (απλώς) αισθητικό. Δεν πρόκειται για την εκφορά και μόνο ενός χονδροκομμένου λόγου από ιθύνοντες της Χρυσής Αυγής• η γλωσσική «αγαρμποσύνη» αποτελεί, εξάλλου, συνήθεια της απανταχού Ακροδεξιάς. Επιπλέον, δεν πρόκειται (μόνο) για καταπάτηση τυπικών κανόνων, εάν έτσι εκλάβουμε την παραποίηση αρχών της φιλελεύθερης δημοκρατικής τάξης από εκλεγμένους στη Βουλή αντιπροσώπους της Χρυσής Αυγής.

Για τι ακριβώς πρόκειται όμως; Παρακάτω θα αναφερθώ στα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης οργάνωσης, για να εξετάσω εν συνεχεία τις πιθανές επιπτώσεις στην ποιότητα της δημοκρατίας από την εμφάνιση της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αραγε η συμμετοχή της σε αντιπροσωπευτικά Σώματα συμβάλλει στην απομείωση του εξτρεμιστικού δυναμικού της ή μήπως η ανάδυση της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή δημιουργεί νέες πολιτικές ευκαιρίες για τους πολέμιους του κοινοβουλευτισμού;

Για το προφίλ της οργάνωσης:

l Η Χρυσή Αυγή δεν είναι μια «τυπική» οργάνωση της Ακρας Δεξιάς. Πρόκειται για τη μόνη από όσες υπάρχουν σήμερα στην κομματική οικογένεια της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς που δεν αποποιείται τον χαρακτηρισμό «ακραία»• μάλιστα, με ποικίλους τρόπους (π.χ. ταυτιζόμενη με τάγματα εφόδου) επιχειρεί να κατοχυρώσει την ακρινή της θέση στην πολιτική σκηνή.

l Η Χρυσή Αυγή είναι περισσότερο ένα κόμμα των άκρων, παρά ένα ακραίο δεξιό κόμμα. Τοποθετούμενη στον άξονα Αριστεράς – Δεξιάς πληροί τα κριτήρια κατάταξης στο άκρο του δεξιού πόλου (σύμφωνα με τον Κ. Μούντε αυτά είναι: η αντιδημοκρατικότητα, ο εθνικισμός, ο φυλετισμός, η ξενοφοβία, το ισχυρό κράτος). Ομως η Χρυσή Αυγή αντλεί ιδεολογικά στοιχεία και από άλλες περιοχές του άξονα: τον εθνικο-λαϊκισμό από το εθνικο-πατριωτικό ΠαΣοΚ, τον αντικαπιταλισμό και την ιδέα της ενδογενούς ανάπτυξης από μια κομμουνιστογενή Αριστερά.

l Η διαθεσιμότητα στη χρήση βίας (στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής την είδαμε να πραγματώνεται σε βάρος γυναικών βουλευτών της Αριστεράς και ανεξαρτήτως φύλου μεταναστών) συνιστά επίδειξη βιταλισμού του εξτρεμιστικού χώρου, που θέλει να καταδείξει την (υποτιθέμενη) ενστικτώδη ορμή, ζωτικότητα και έλλειψη αναστολών, κόντρα στη φθορά του πολιτικού κατεστημένου. Μήπως όμως η χρήση βίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν έχει γίνει ανεκτή απ’ άκρου εις άκρον του ιδεολογικού άξονα, ενώ τα θύματά της (μετανάστες, μειονότητες) δεν έχουν στοχοποιηθεί από περιβάλλοντα της ελληνορθόδοξης Δεξιάς; Η Χρυσή Αυγή είναι μια εξτρεμιστική, φιλοναζιστική οργάνωση. Ομως η «επιβεβαρημένη» (για να χρησιμοποιήσω τον χαρακτηρισμό του Χ. Α. Βίνκλερ για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης) Μεταπολίτευση και οι πολιτικές δυνάμεις της έχουν μερίδιο ευθύνης για την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην πολιτική σκηνή.

Ποια μπορεί να είναι η πορεία της Χρυσής Αυγής; Με βάση την ευρωπαϊκή εμπειρία υπάρχουν δύο δρόμοι που πορεύτηκαν κόμματα με (τουλάχιστον αφετηριακές) ομοιότητες με τη Χρυσή Αυγή: ο δρόμος του Τζιανφράνκο Φίνι, ο οποίος μεταμόρφωσε το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI) από ένα φιλοφασιστικό κόμμα στη μεταφασιστική Εθνική Συμμαχία (Alleanza Nationale)• αυτή λογίζεται ως ένα αστικό – συντηρητικό κόμμα στη Β’ Ιταλική Δημοκρατία. Υπάρχει και ο δρόμος του Εθνικοδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (NPD). Το NPD, με το οποίο διατηρεί δεσμούς η Χρυσή Αυγή, εντάσσεται τόσο στο πολιτικό κατεστημένο όσο για να μπορέσει να μετάσχει στον κομματικό ανταγωνισμό. Αυτό που κυρίως επιδιώκει είναι να ενσωματώσει στις τάξεις του δυνάμεις μιας ακροδεξιάς σκηνής, η δράση της οποίας περιορίζει τη δική του επιρροή.

Ποιον δρόμο θα ακολουθήσει η Χρυσή Αυγή; Εξαρτάται από την ποιότητα των ακτιβιστών της και τις απαιτήσεις του συστήματος εξουσίας. Σύμφωνα με τον Ντ. Αρτ, κόμματα της Ακρας Δεξιάς (όπως η Εθνική Συμμαχία), που διαθέτουν μετριοπαθή στελέχη, με εμπειρία και ικανοποιητικό εκπαιδευτικό επίπεδο, μπορεί να επιτύχουν την κοινοβουλευτικοποίησή τους και παρουσία με διάρκεια στην πολιτική σκηνή. Αντιθέτως, κόμματα (όπως το NPD) με εξτρεμιστική ποιότητα ακτιβιστών, που ανήκουν στους κοινωνικά «χαμένους», πιθανότερο είναι να καθηλωθούν εκλογικά συμπιεζόμενα μεταξύ των απαιτήσεων του συστήματος για προσαρμογή και των πιέσεων των ακτιβιστών τους για ακραία δράση.

Οσον αφορά την ποιότητα των ακτιβιστών της η Χρυσή Αυγή ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Διαφέρει όμως από το NPD όσον αφορά τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν οι θεσμοί της Ελληνικής Δημοκρατίας. Η τελευταία δεν έχει τα χαρακτηριστικά «αμυνόμενης δημοκρατίας», όπως συμβαίνει στη Γερμανία, πράγμα που δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό. Η απαγόρευση ακραίων σχηματισμών, όταν παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατικής τάξης, όπως συμβαίνει στο μοντέλο της «αμυνόμενης δημοκρατίας», δεν σημαίνει εξάλειψη του εξτρεμιστικού δυναμικού. Το ζητούμενο σε μια δημοκρατία είναι η τήρηση των κανόνων. Οποιοι παίζουν με τη δημοκρατία και δεν σέβονται τους κανόνες της, όποιοι καταχρώνται την ανεκτικότητα του δημοκρατικού ήθους, γι’ αυτούς η λογική των διαχωριστικών γραμμών – η τοποθέτηση ενός cordon sanitaire – είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Εκτός κι αν ορισμένοι νομίζουν ότι συμφέρει ν’ αφήνουν τους εξτρεμιστές να παίζουν με τη δημοκρατία…

Η κυρία Βασιλική Γεωργιάδου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πανταζόπουλος Ανδρέας

Πολιτισμική ανασφάλεια και πολιτική βία

Η εμφάνιση το τελευταίο διάστημα μιας οργανωμένης και επικίνδυνης ακροδεξιάς δραστηριότητας (για να ακριβολογούμε: μιας φιλοναζιστικής δραστηριότητας) αποτελεί ένα νέο δεδομένο στον δημόσιο χώρο. Οι αιτίες αυτής της φιλοναζιστικής ανάδυσης αποδίδονται στη βαθιά οικονομική κρίση, και ως έναν βαθμό ορθά. Αν όμως δούμε εγγύτερα τις μορφές αυτής της «ακροδεξιάς» εμφάνισης, δηλαδή αφενός τη βίαιη όψη της και αφετέρου έναν βαθμό παθητικής κοινωνικής συναίνεσης που αυτή η βίαιη συμπεριφορά φαίνεται να απολαμβάνει, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε βαθύτερα για τις αιτίες του φαινομένου. Ενός φαινομένου που σε τέτοια κλίμακα δεν συναντάται αυτή τη στιγμή σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, αφού εκεί τα μεγάλα κόμματα της άκρας Δεξιάς σπεύδουν το ένα μετά το άλλο να απογαλακτισθούν της φασιστικής κληρονομιάς. Η «Χρυσή Αυγή» δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία.

Κατ’ αρχάς, η φιλοναζιστική εισβολή της βίας οφείλεται στον ίδιο τον φορέα της. Για τη «Χρυσή Αυγή», η «δυναμική αντιμετώπιση» αυτών που υποδεικνύει ως εχθρούς της δεν αποτελεί ένα παρεμπίπτον χαρακτηριστικό της φυσιογνωμίας και της πρακτικής της, αλλά είναι εγγεγραμμένη στο ίδιο το κύτταρό της. Γι’ αυτό και είναι τουλάχιστον αφελές αν κάποιοι νομίζουν ότι η εν λόγω οργάνωση θα μπορούσε βαθμιαία να «ενσωματωθεί στο σύστημα». Στο πλαίσιο αυτό, εκμεταλλεύεται και αιμοδοτείται από διάχυτες και «νομιμοποιημένες» κοινωνικές πρακτικές βίας που ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια αναδύονται «αυθόρμητα» λίγο-πολύ παντού. Αυτή η κουλτούρα της βίας είναι το προϊόν μιας επιτυχημένης διασταύρωσης: της αποσύνθεσης του μεταπολιτευτικού λαϊκιστικού κοινωνικού συμβολαίου (κρίση αντιπροσώπευσης, κοινωνική ανομία, κρίση ταυτότητας, απονομιμοποίηση του κράτους), της τρέχουσας δημαγωγίας και «προκλήσεων» του διεθνούς περιβάλλοντος, έξωθεν «απειλών» (π.χ. μετανάστευση). Το μοντέλο αυτό όσο διάστημα μπορούσε να διανέμει πόρους και γόητρο είχε τη δυνατότητα να ελέγχει τη βούληση για δύναμη των υποκειμένων του, τώρα, σε συνθήκες κοινωνικής πτώσης, τα τελευταία μπορούν, τους «επιτρέπεται», να αποχαλινώνονται.

Επομένως, η αντιμετώπιση της φιλοναζιστικής βίας και, γενικότερα, της ομόλογης κοσμοαντίληψης δεν μπορεί να εξαντλείται σε ευχολόγια. Ούτε και σε τελετουργικές κινητοποιήσεις καταγγελίας της. Από μόνες τους τέτοιες πρακτικές, όσο αναγκαίες και αν είναι σε κάποιες περιπτώσεις, δεν απαντούν στην πολυπλοκότητα των παραγόντων που τη γεννούν και τη θεμιτοποιούν. Η αντιμετώπιση του φιλοναζισμού προϋποθέτει ανάκτηση εκ μέρους του κράτους, της πολιτικής τάξης και των θεσμών της χαμένης σήμερα αξιοπιστίας τους, της δυνατότητάς τους να απαντούν με επιτευγματικό τρόπο στα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα. Κατ’ αρχάς, προϋποθέτει την επιβολή του νόμου, όταν αυτός καταστρατηγείται. Την ανάκτηση εκ μέρους της πολιτικής τής δυνατότητας να παρεμβαίνει και να ρυθμίζει αυτή, στο μέτρο του δυνατού, με δημοκρατικό τρόπο τις μεταναστευτικές ροές, πράγμα που πρακτικά σημαίνει επεξεργασία και υλοποίηση μιας εθνικής μεταναστευτικής πολιτικής. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αποκτούν όλη τη σημασία τους τόσο η αποκάλυψη του απεχθούς προσώπου του φιλοναζισμού όσο και η στράτευση των θεσμών στην καταπολέμησή του.

Ωστόσο, ακόμα και ένας τέτοιος αναγκαίος αναπροσανατολισμός της πολιτικής θα συναντήσει τα όριά του αν δεν συνοδεύεται από έναν ιδεολογικό αγώνα εναντίον της φιλοναζιστικής πρόκλησης. Αυτό ίσως είναι και το δυσκολότερο μέτωπο κατά της «Ακροδεξιάς». Γιατί σε μεγάλο βαθμό αυτή η «ακροδεξιά» ατζέντα συνοψίζει βασικούς κοινούς τόπους μιας σε μεγάλο βαθμό αντιφιλελεύθερης και αντιδυτικής πολιτικής κουλτούρας εν γένει: ότι είμαστε έθνος απειλούμενο από παντού, ότι έχουμε καθήκον να αντιστεκόμαστε στη «νέα τάξη πραγμάτων», ότι η παγκοσμιοποίηση είναι σκηνοθεσία με στόχο την παγκόσμια κυριαρχία του «σιωνισμού», ότι οι ελίτ μάς προδίδουν, κλπ. Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και καθοδικής κινητικότητας, ο μισοξενισμός, το συνωμοσιακό σύμπαν εντός του οποίου αυτός επωάζεται, ο συνοπτικός αντικαπιταλισμός και αντιπλουτοκρατισμός, συχνά συνοδευόμενοι από εκρήξεις αχαλίνωτου μικροαστικού εγωισμού και παραβατικότητας, τείνουν να λάβουν χαρακτήρα γενικευμένης αντίστασης.

Οι αιτίες του φαινομένου εκδηλώνονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τρέχουσες επιστημονικές έρευνες επί του θέματος έχουν υποβάλει την ακόλουθη γόνιμη υπόθεση εργασίας: ότι οι παράγοντες που ωθούν σε ακραίες πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές, με πρώτη την ακροδεξιά αντισυστημική ψήφο, δεν περιορίζονται στο οικονομικό κομμάτι της κρίσης, αλλά στη διασταύρωσή του με πολιτισμικές μεταβλητές όπως είναι ο φόβος της μετανάστευσης, ο μετασχηματισμός των τρόπων ζωής και η απίσχναση των εθνικών συνόρων. Το αποτέλεσμα είναι η παραγωγή ενός αισθήματος «πολιτισμικής ανασφάλειας» σε εκείνα τα κοινωνικά υποκείμενα που βιώνουν ή αισθάνονται απειλούμενα από την κρίση. Και τα οποία αναζητούν στην αναμυθολόγηση της δικής τους ιδιαιτερότητας, της εθνικής τους ταυτότητας, την απάντηση στις «απειλές». Η ελληνική περίπτωση φαίνεται να απεικονίζει με εξτρεμιστικό τρόπο αυτή την κρίση ταυτότητας.

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

Χριστόπουλος Δημήτρης

Από την ιστορική αμνησία στην πολιτική αμνηστία

Το μεταναστευτικό ζήτημα που βιώνεται στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως σήμερα προβάλλεται συνήθως ως η βασική αιτία για την ανάπτυξη του ακροδεξιού λόγου, ο οποίος πολύ συχνά εκβάλλει στη βία. Αυτό που χαρακτηρίζει τον κυρίαρχο λόγο αντιμετώπισης της ανάδυσης αυτού του πολιτικο-ιδεολογικού φαινομένου είναι η αμηχανία. Η αμηχανία είναι η διάθεση που εκ των υστέρων αιτιολογεί – ή καλύτερα συγκαλύπτει – την αποτυχία. Αμήχανοι ενώπιον του «νέου» δεν γνωρίζουμε και για τον λόγο αυτόν δεν καταφέραμε να το αξιολογήσουμε και να το τιθασεύσουμε. Ετσι η αμηχανία εκφυλίζεται σε συγκατάβαση. Η συγκατάβαση με τη σειρά της εκτρέφει την ανοχή. Η ανοχή, τέλος, εύκολα καταλήγει στη συγχώρεση της βίας, ως και στη στράτευση.

Πώς όμως αλήθεια μπορεί να αιτιολογηθεί η αμηχανία ενώπιον της ανάδυσης του νεοφασισμού στην Ελλάδα; Πόσο πράγματι νέο είναι το φαινόμενο ώστε να λέμε ότι δεν το γνωρίζουμε; Μήπως κοροϊδευόμαστε; Η ακροδεξιά ιδεολογία είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική πολιτική ιστορία. Ενα μείζον τμήμα της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας εδράζεται σε ένα συμπαγές και συνεχές υπόβαθρο ολοκληρωτισμού και αυταρχισμού. Μήπως ξεχάσαμε ότι μιλάμε για μια χώρα που καταγράφει τον τελευταίο αιώνα τις περισσότερες πολιτειακές εκτροπές από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με τις οποίες επιθυμεί να συγκρίνεται; Μήπως δεν συζητάμε για μια χώρα όπου η επίκληση του «κινδύνου» λειτούργησε ανέκαθεν ως πρόσχημα κατάλυσης του Συντάγματος και άρσης των εγγυήσεων προστασίας των ελευθεριών μας; Μήπως τα τριάντα πέντε χρόνια που μας χωρίζουν από τη Μεταπολίτευση είναι αρκετά για να ξεχαστεί το ελληνικό παρακράτος μιας «καχεκτικής» δημοκρατίας; Ο νεοναζιστής πολιτευτής της Μεσσηνίας δεν δίστασε να μιλήσει για νέα «τάγματα ασφαλείας» γνωρίζοντας φυσικά ότι δεν είναι ο πρώτος που χρησιμοποιεί τον όρο αυτόν και μάλιστα στη συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια, στη μνήμη της οποίας ακόμη είναι ζωντανή η δράση των πολιτικών προγόνων της Χρυσής Αυγής.

Κάποτε ήταν ο «κομμουνιστικός κίνδυνος», σήμερα είναι η «μεταναστευτική απειλή», κάποτε ήταν η μεταπολεμική αυτόνομη ισχύς των ενόπλων δυνάμεων, σήμερα είναι η ανεξέλεγκτη από τις πολιτικές ηγεσίες παρείσφρηση ακροδεξιών στοιχείων στα σώματα ασφαλείας. Κάποτε ήταν ο μανιώδης αντικομμουνισμός που δεν ήθελε οι αντιφρονούντες να είναι Ελληνες, τώρα ο ρατσισμός που δεν αφήνει τους μετανάστες να γίνουν. Η ιδεολογία του εσωτερικού εχθρού που διώκεται όχι επειδή είναι ένοχος αλλά επικίνδυνος, όπως πάντα αρεσκόταν να μας θυμίζει ο Α. Μάνεσης, είναι ακόμη κυρίαρχη όχι μόνο στις παρυφές αλλά και σε mainstream εκδοχές του πολιτικού λόγου. Να θυμίσω ότι το σύνθημα της «ανακατάληψης του κέντρου των πόλεών μας» που ανέλαβαν μετεκλογικά να υλοποιήσουν τα νεοναζιστικά τάγματα δόθηκε προεκλογικά από τον πρωθυπουργό μας.

Με δυο λόγια, η αμηχανία δεν συγχωρείται. Η ιστορική αμνησία τροφοδοτεί την πολιτική αμνηστία του ακροδεξιού λόγου με αποτέλεσμα την ταχύτατη διείσδυσή του όχι απλώς στα λεγόμενα «άκρα» του πολιτικού φάσματος αλλά και στις καθώς πρέπει εκδοχές του πολιτικού κέντρου. Σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο η μη εξοικείωση με τον νεοφασισμό είτε είναι προσποίηση είτε ανοησία. Βεβαίως, οι συνειρμοί ανάμεσα στην παραδοσιακή εκδοχή του ελληνικού φασισμού και στη σύγχρονη επίστρωσή της με τα κελεύσματα του ευρωπαϊκού νεοναζισμού πασπαλισμένα από μίσος ενάντια στο Ισλάμ και στους μετανάστες δεν πρέπει να γίνονται απρόσεκτα καθώς κρύβουν γενικεύσεις και παραπλανητικές αναγνώσεις. Ωστόσο, ένα είναι βέβαιο και πολλαπλώς διασταυρωμένο στην ευρωπαϊκή ιστορία: ότι οι συνθήκες κρίσης και ύφεσης που διάγουμε σήμερα είναι το τέλειο λίπασμα του φασιστικού κτήνους που κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία καταφέρνει κάπως να καταχωνιάσει υπό καθεστώς καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Πιθανώς η πιο τυραννική παρακαταθήκη που κληροδοτεί η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της σύγχρονης κρίσης χρέους στην Ευρώπη και στη χώρα μας μπορεί να μην είναι η αποδιάρθρωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου αλλά η αναγέννηση του νεοναζισμού, με ό,τι δυσοίωνο αυτό μπορεί να προαλείψει για το μέλλον μας, με πρώτη-πρώτη την κατάρριψη του happy end μύθου της ελληνικής Μεταπολίτευσης. Ισως αυτό θα μπορούσε να είναι και ένα πιο πειστικό επιχείρημα απευθυνόμενο στην ομάδα της κυρίας Μέρκελ. Η Γερμανία έχει εδώ μια πρόσθετη ευθύνη.

Ο κ. Δημήτρης Χριστόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.
Πηγή: anthologio

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s