Δημήτρης Χριστόπουλος: Η άνοδος της ακροδεξιάς σε συνθήκες οικονομικής κρίσης

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος μιλά για τις ευρωπαϊκές πολιτικές των ακροδεξιών κινημάτων, εστιάζοντας στο πώς ο εξτρεμιστικός λόγος έχει εκμεταλλευτεί το ζήτημα της μετανάστευσης, ειδικά στο πλαίσιο της σημερινής οικονομικής κρίσης. Υποστηρίζει ότι η μοναδική μακρόπνοη και αποτελεσματική αντιρατσιστική πολιτική είναι «η πολιτική της αναδιανομής του εισοδήματος, η πολιτική πρόνοιας, που θα έχει στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλειας των ανθρώπων. Όταν οι άνθρωποι φοβούνται και αισθάνονται ανασφαλείς, τότε, επηρεάζονται εύκολα από κάποιον που τους λέει ότι για όλα αυτά ευθύνη έχουν οι φτωχοί, άνεργοι μετανάστες».

Ζ.Σ.: Πιστεύετε πως οι πρόσφατες επιθέσεις στην Νορβηγία πρέπει να μας ωθήσουν να επανεξετάσουμε το φαινόμενο της άκρας δεξιάς στην Ευρώπη, δεδομένου πως συνέβησαν σε μια από τις πιο ανεκτικές χώρες της Ευρώπης;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Σε ό,τι αφορά εμένα αλλά και ένα σημαντικό τμήμα ακτιβιστών και διανοούμενων, η μελέτη του ακροδεξιού φαινομένου στην Ευρώπη και η επαγρύπνηση απέναντι σε εκδηλώσεις βίαιας συμπεριφοράς είναι κάτι το οποίο δεν ξεκινάει από την Νορβηγία. Έχει μία πρόσκαιρη κατάληξη στην Νορβηγία γιατί είναι βέβαιο ότι στο μέλλον θα έχουμε ξανά τέτοιου είδους περιστατικά. Μπορεί να μην είναι τόσο έντονα και ακραία όσο της Νορβηγίας αλλά είναι βέβαιο ότι αυτή την στιγμή η ακροδεξιά βία στην Ευρώπη, εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης που υπάρχει, ενισχύεται. Άρα, δεν πρέπει να μας προκαλεί καμία έκπληξη το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της ακροδεξιάς και οι εξωσυστημικές εκδοχές του ακροδεξιού λόγου ρέπουν ολοένα και περισσότερο με συστηματικό τρόπο στην βία. Θα έλεγα μάλιστα ότι για ένα κομμάτι αυτού του πολιτικού χώρου η βία είναι και το μόνο εργαλείο πολιτικής έκφρασης, είναι το μόνο θεαματικό εργαλείο που έλκει.

Z.Σ.: Θα λέγατε πως υπάρχει μια ξεχωριστή ευρωπαϊκή διάσταση της ακροδεξιάς, τόσο από ιδεολογική απήχηση αλλά και σε οργανωτικό επίπεδο;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Καταρχήν, η ευρωπαϊκή ακροδεξιά έχει κοινές καταβολές και ρίζες, οι οποίες τοποθετούνται, τουλάχιστον σε μια μεσοπρόθεσμη ιστορική προοπτική, στην άνοδο των φασιστικών και ναζιστικών κινημάτων του Μεσοπολέμου. Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή ακροδεξιά είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις πιο ακραίες εκδοχές που έχει λάβει ιστορικά ο εθνικιστικός λόγος στην γενέτειρά του, δηλαδή στην Ευρώπη. Η πορεία της συγκρότησης και της επανασύστασης του ακροδεξιού λόγου περνά, κυρίως επί των ημερών μας, από μια νέα εκδοχή, η οποία σχετίζεται με το μεταναστευτικό.

Υπό αυτή την έννοια, ο ευρωπαϊκός ακροδεξιός λόγος έχει μια κοινότητα καταβολών στον τύπο του ευρωπαϊκού έθνους αλλά έχει και μια κοινότητα αναφορών στο γεγονός ότι επί των ημερών μας, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και ύστερα, η Ευρώπη αποτελεί έναν από τους πιο εντατικούς μεταναστευτικούς προορισμούς. Αυτό καθιστά ιδιαίτερο τον ακροδεξιό λόγο στην Ευρώπη αλλά όχι ασύγκριτο. Αυτά που υποστηρίζει η ακροδεξιά στην Ευρώπη είναι συσχετίσιμα και συγκρίσιμα με αυτά της Αμερικής. Ωστόσο, νομίζω πως η τυπολογία του ακροδεξιού φαινομένου στην Ευρώπη έχει ως βασικές αναφορές την ιστορία, το έθνος και την συγκυρία της μετανάστευσης.

Ζ.Σ.: Μπορούμε να μιλήσουμε για δύο πρόσωπα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς; Το ένα ενταγμένο στο δημοκρατικό κοινοβουλευτικό σύστημα και το άλλο της ιδεολογικής βίας και του εξτρεμισμού. Υπάρχει κάτι που να συνδέει αυτά τα δύο πρόσωπα;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν δύο πρόσωπα. Υπάρχει από τη μία η συστημική ακροδεξιά η οποία δεν αποδέχεται τον χαρακτηρισμό ακροδεξιά, για παράδειγμα το ΛΑ.Ο.Σ. (Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός) και υπάρχει και η εξωσυστημική εκδοχή. Με αυτή την έννοια, η ακροδεξιά δεν διαφοροποιείται όσον αφορά την χωρογράφηση της από την Αριστερά και την ακροαριστερά, καθώς υπάρχουν τμήματα της Αριστεράς τα οποία είναι συστημικά, ρεφορμιστικά και άλλα τα οποία είναι εξωσυστημικά, επαναστατικά και βίαια. Άρα αυτή η τυπολογία που προτείνετε αφορά και την ακροδεξιά.

Η σχέση μεταξύ τους είναι σχέση ανταγωνισμού αλλά και σχέση συγκοινωνούντων δοχείων. Ανταγωνισμού διότι το κάθε πολιτικό μόρφωμα, και κυρίως ένα τέτοιο πολιτικό μόρφωμα που τοποθετείται με έναν τόσο ακραίο και αγοραίο τρόπο όσο οι εξωσυστημικές εκδοχές του ακροδεξιού λόγου, διεκδικεί για τον εαυτό του μια αντίληψη πρωτοπορίας, μια αντίληψη διεστραμμένης αίσθησης καθήκοντος. Μια τέτοια πολιτική ιδεολογία, εκ των πραγμάτων, δεν ανέχεται κανέναν άλλον. Για παράδειγμα, τα μέλη της Χρυσής Αυγής του παρελθόντος (Χρυσή Αυγή) θεωρούν πως τα τωρινά δεν είναι τόσο ακραία όσο ήταν κάποτε. Η σχέση συγκοινωνούντων δοχείων έγκειται πως σε συνθήκες κρίσης οι ψηφοφόροι του ενός μεταφέρονται στην εκλογική πελατεία του άλλου, και αντίστροφα. Παράδειγμα τα υψηλά ποσοστά που κέρδισε η Χρυσή Αυγή στις περσινές δημοτικές εκλογές στον Δήμο Αθηναίων που προέρχονται κατά κύριο λόγο από την εκλογική δεξαμενή του ΛΑ.Ο.Σ.

Ζ.Σ.: Ποιά είναι η άποψη σας για τις τακτικές και τις στρατηγικές που ακολουθούν οι προοδευτικές δυνάμεις ενάντια στην άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Το βασικό πρόβλημα που υπάρχει με την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς είναι, αυτή τη στιγμή, το γεγονός ότι οι βασικές παραδοχές που προτάσσει το συστημικό τμήμα της για την αντιμετώπιση του ζητήματος της μετανάστευσης είναι παραδοχές τις οποίες ενστερνίζεται, χωρίς να θέλει να το παραδεχτεί δημοσίως, ο πολιτικός λόγος των κεντροδεξιών έως και κεντροαριστερών κομμάτων. Αναφέρομαι αναλυτικότερα, στη φοβία απέναντι στους μετανάστες, στην αμηχανία απέναντι στα ζητήματα ενσωμάτωσης, στην αντίληψη πως υπάρχει ένας μεταναστευτικός πληθυσμός που είναι νόμιμος και χρήσιμος και ένας άλλος που είναι παράνομος και άχρηστος. Όλες αυτές οι παραδοχές είναι κοινές με κάποιες από τις ακροδεξιές προσεγγίσεις του ζητήματος.

Η ακροδεξιά, όμως, έχει το συγκριτικό πλεονέκτημα πως εκφράζεται πιο ξεκάθαρα, με πάθος και όραμα, σε σχέση με τον αποστεωμένο εργαλειακό λόγο της ευρωπαϊκής σοσιαλοδημοκρατίας και της κεντροδεξιάς, η οποία, επί των ημερών μας, δεν εμπνέει κανέναν. Και ακριβώς επειδή αυτός ο λόγος διέπεται από μια συστολή σε ότι αφορά τα περιοριστικά μέτρα ή τις πολιτικές βίας που μπορεί να χαράξει απέναντι στους μετανάστες, δεν είναι πειστικός. Έτσι λοιπόν, δημιουργείται στην κοινωνία, η οποία συνηθίζει και εντρυφεί με τέτοιου είδους αντιλήψεις, μια απόρριψη αυτών των στερεοτυπικών ευρωπαϊκών πολιτικών και μια έλξη προς τις ευρωπαϊκές ακροδεξιές εκδοχές που «μιλούν στην καρδιά» των ανθρώπων.

Ζ.Σ.: Στην περίπτωση της Ελλάδας, πώς αποτιμάτε την επιρροή της ακροδεξιάς ατζέντας στον δημόσιο λόγο για την οικονομική κρίση και την υποβάθμιση του κέντρου της Αθήνας;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Αν το ελληνικό κράτος, είτε είναι ο Δήμος είτε η κεντρική διοίκηση είτε η περιφέρεια δεν διαθέσουν ένα ποσό προκειμένου να λειτουργήσει ή να επαναλειτουργήσει το κέντρο αυτής της πόλης σαν κέντρο μιας ανθρώπινης συμβίωσης τότε το κέντρο θα «μαραζώνει», θα αναπαράγονται εγκληματικές δραστηριότητες από αλλοδαπούς, που έχουν γκετοποιηθεί. Και ο όρος γκετοποίηση δεν αναφέρεται μόνο στη γκετοποίηση με εθνοτικούς όρους αλλά και στην ταξική περιχαράκωση. Δεν εγκαθίστανται, δηλαδή, εκεί όλοι οι μετανάστες αλλά εκείνοι που είναι φτωχοί και αποκλεισμένοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα προάστια του Παρισιού που κάηκαν τον Νοέμβριο του 2005. Η εξέγερση των προαστίων δεν ήταν πράξη της μεσαίας τάξης των Αλγερίνων και των Μαροκινών 2ης γενιάς μεταναστών αλλά των αποκλεισμένων 2ης και 3ης γενιάς. Εάν δεν καταλάβουμε ότι η ενσωμάτωση των μεταναστών είναι ένα πολιτικό εγχείρημα με συγκεκριμένη στρατηγική, η οποία ανάμεσα στα άλλα κοστίζει, τότε είμαστε καταδικασμένοι να συμβιώνουμε με τον ακροδεξιό λόγο που υπόσχεται ακραίες λύσεις.

Ζ.Σ.: Πρόσφατα νομοθετικά παραδείγματα κατά του ρατσισμού στην Ελλάδα είναι α) ο νόμος για την ιθαγένεια και β) ο νόμος για την «καταπολέμηση μορφών ρατσισμού και ξενοφοβίας». Οι έντονες κοινωνικές αντιδράσεις που προκλήθηκαν από την ψήφιση των δύο νομοσχεδίων δείχνουν, κατά την γνώμη σας, την αυξανόμενη επιρροή των ακροδεξιών ιδεών σε όλα τα κοινωνικά στρώματα;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Η αξιολόγηση που κάνω σε αυτά τα δύο νομοθετήματα είναι διαφορετική. Το πρώτο που αφορά την ελληνική ιθαγένεια ήταν ένας υπαρξιακός αγώνας για την ελληνική ακροδεξιά. Ήταν ένας αγώνας που η ακροδεξιά έχασε και αυτή η ήττα είχε ένα κόστος. Το γεγονός πως ένα κομμάτι αυτού του νόμου εκκρεμοδικεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας αναπαράγει την συζήτηση με το τι ακριβώς θα γίνει. Όσον αφορά το δεύτερο νομοσχέδιο, εγώ δεν είμαι υπέρ της ποινικοποίησης του ρατσιστικού λόγου. Πιστεύω σε μια δημοκρατία όπου ο κόσμος μπορεί να λέει ότι θέλει, ακόμα και οι ρατσιστές. Το γεγονός ότι κάτι μπορεί να κρίνεται ως πολιτικά απεχθές ή ιδεολογικά «μαύρο» ή που μας προκαλεί πολιτική αποστροφή δεν σημαίνει πως θα πρέπει να μας οδηγήσει και στην ποινικοποίηση του, γιατί τότε δεν θα έχουμε φιλελεύθερο πολίτευμα αλλά αυταρχικό. Το ζήτημα της ποινικοποίησης του ρατσιστικού λόγου είναι, με άλλα λόγια, ένα πιο σύνθετο ζήτημα.

Η ιθαγένεια και γενικότερα η μεταναστευτική νομοθεσία με επίκεντρο την ιθάγενεια που αφορά τον σκληρό πυρήνα της ταυτότητας μας είναι πάντα η αιχμή του δόρατος των ευρωπαϊκών ακροδεξιών κομμάτων σε όλες τις συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα στην Ευρώπη εδώ και μια 20ετία. Η ιθαγένεια αποσυνδέεται από την ενσωμάτωση των μεταναστών γιατί αν θέλετε οι συστημικές εκδοχές της ακροδεξιάς αποδέχονται, ως έναν βαθμό, την ενσωμάτωση των μεταναστών χωρίς όμως να αλλοιωθεί αυτό που εκλαμβάνεται ως εθνική ταυτότητα. Αυτό είναι το βασικό τους πρόβλημα. Λόγου χάρη ο βουλευτής του ΛΑ.Ο.Σ, Άδωνις Γεωργιάδης δεν αποστρέφεται έναν ήρεμο μετανάστη που μπορεί να δουλεύει για εκείνον. Αποστρέφεται όμως εκείνον που μπορεί να γίνει σαν κι αυτόν στο μέλλον. Συμπερασματικά, η συζήτηση περί ιθαγένειας δεν αφορά τους παράνομους μετανάστες. Αφορά εκείνους που αποζητούν να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια.

Ζ.Σ.: Όσον αφορά τις αντι-ρατσιστικές στρατηγικές και πολιτικές, στις οποίες αναφερθήκατε και πριν, τί προτείνετε τόσο σε νομοθετικό πλαίσιο αλλά και σαν κοινωνική δράση;

Δημήτρης Χριστόπουλος: Η μόνη αντι-ρατσιστική πολιτική που έχει ιστορική εμβέλεια είναι, δυστυχώς, η πολιτική αναδιανομής εισοδήματος, η πολιτική πρόνοιας, η οποία ως στόχο έχει την ενίσχυση της κοινωνικής ασφάλειας των ανθρώπων. Όταν οι άνθρωποι φοβούνται και νιώθουν ανασφαλείς τότε είναι, φυσικά, εύκολο να τους επηρεάσει κάποιος λέγοντάς τους ότι φταίει ο φτωχός και άνεργος μετανάστης… Σε αυτή τη συγκυρία οι ακροδεξιές πολιτικές “δικαιώνονται”. Άρα, η μόνη μακρόπνοη, αποτελεσματική αντι-ρατσιστική πολιτική -δυστυχώς, στην συγκυρία που ζούμε- είναι μια πολιτική που έχει ένα οικονομικό εκτόπισμα, η οποία όμως αυτή την στιγμή καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν είναι σε θέση να σηκώσει.

Συμπερασματικά, πρέπει να αναδείξουμε αυτό το ζητούμενο και σε τελευταία ανάλυση είναι προτεραιότητα μιας κοινωνία υποδοχής μεταναστών η διάθεση ενός σημαντικού κονδυλίου κοινωνικής ένταξης, η οποία ένταξη ξεκινάει από την στιγμή που έρχεται στην ζωή ένας άνθρωπος και τελειώνει την στιγμή που πεθαίνει. Βοήθεια στις μητέρες των παιδιών, βοήθεια στα σχολεία, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα, παρακολούθηση ενισχυτικών διδασκαλιών για τα ξένα παιδιά και ενίσχυση στην αγορά εργασίας αργότερα. Βέβαια, σε συνθήκες τέτοιας κρίσης είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και τεκμηριωμένο ότι τα ακροδεξιά κόμματα βγαίνουν, πάντοτε, «δικαιωμένα» ή ενισχυμένα πολιτικά. Ας μην ξεχνάμε, όμως, πως οι μετανάστες είναι πρώτα εργαζόμενοι και μετά μετανάστες.

Ο Louis Althusser έλεγε πως στην πολιτική «καμία καρέκλα δεν είναι κενή». Άρα όταν υπάρχει ένα κενό, το οποίο σχετίζεται με το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πολιτικές ενσωμάτωσης (με σοβαρή υποσημείωση ότι η ενσωμάτωση δεν αφορά μόνο τους μετανάστες αλλά και μείζονα τμήματα γηγενών πληθυσμών που τελούν σε καθεστώς κοινωνικού αποκλεισμού) τότε η μόνη λύση που φαίνεται να υπάρχει είναι αυτή που υποστηρίζουν τα ακροδεξιά κόμματα: «διώξτε τους». Αυτή είναι, όμως μία ψευδολύση διότι έχει αποδειχτεί ότι αυτό που επαγγέλλονται οι ακροδεξιές πολιτικές απέναντι στους μετανάστες, μακροσκοπικά, είναι όχι απλώς απάνθρωπο αλλά και μη ρεαλιστικό.

Για μένα το κρίσιμο είναι να περιχαρακώσουμε, να αναδείξουμε, να στηλιτεύσουμε και να απομονώσουμε τον ρατσιστικό λόγο, ο οποίος έχει την δυνατότητα, όπως και κάθε άλλος λόγος, να μολύνει το περιβάλλον του. Εν κατακλείδι, ο αντι-ρατσισμός δεν είναι ούτε ρητορεία, ούτε φιλανθρωπία. Είναι πολιτική στρατηγική και ως τέτοια κοστίζει.
———

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος μίλησε στη Ζωή Σαββοπούλου τον Νοέμβριο του 2011.

Ιστοσελίδα / http://dimitrischristopoulos.blogspot.com/

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάσκει «Θεωρία του κράτους και του δικαίου». Από το 2003 μέχρι το 2011, ήταν Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και μέλος της Διεθνούς Ένωσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Από τον Ιούλιο του 2011, είναι αντιπρόεδρος της Ένωσης. Η τελευταία (έρευνα) μονογραφία του, που ονομάζεται «Ποιος είναι ο Έλληνας πολίτης – Καθεστώς ιθαγένειας» θα κυκλοφορήσει στα τέλη του 2011 (εκδόσεις Βιβλιόραμα)

Αναδημοσίευση απο το  http://www.re-public.gr

Πηγή: Ελληνική Ένωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s