Για το αυγό του φιδιού

Μαρία Ρεπούση, 27/09/2012

Το φαινόμενο «Χρυσή Αυγή», εκτός από αποδοκιμασία, χρειάζεται ερμηνεία. Διαφορετικά δεν αντιμετωπίζεται. Μια ερμηνευτική ατραπός είναι αυτή που συνδέει την άνοδο της Χρυσής Αυγής, με την οικονομική κρίση και τις ανατροπές που αυτή φέρνει στη ζωή των πολιτών. Προσωπικοί και οικογενειακοί σχεδιασμοί ανατρέπονται άρδην και μεγάλα στρώματα του πληθυσμού αντιμετωπίζουν πια πολύ σοβαρά ενδεχόμενα που δεν υπήρχαν ούτε στα χειρότερα όνειρά τους. Η εκτροπή αυτή οδηγεί σε ακραίες επιλογές. Και η κατεξοχήν ακραία, είναι αυτή της Χρυσής Αυγής. Αφού καταστρέφεις τη ζωή μου, σκέπτεται ο πολίτης, «γαία πυρί μιχθήτω». Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για ν’ αναμειχθεί το χώμα με τη φωτιά, από την εδραίωση της Χρυσής Αυγής. Η Δημοκρατία μας, όπως και κάθε Δημοκρατία, δοκιμάζεται σε περιόδους οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Και τραυματίζεται. Αυτός ο τραυματισμός είναι πολύ επικίνδυνος, αν κακοφορμίσει. Η Χρυσή Αυγή είναι η εγγύηση για το χειρότερο σενάριο.

Μια άλλη πορεία ερμηνευτικής πλεύσης, αποδίδει την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην απουσία του κράτους από τον έλεγχο της μετανάστευσης και της εγκληματικότητας, στο σοβαρό έλλειμμα για τη διασφάλιση της ασφάλειας των πολιτών. Πράγματι, το κράτος απουσιάζει από πολλές γειτονιές και η Χρυσή Αυγή τρυπώνει εκεί που απουσιάζει το κράτος. Γίνεται μ’ αυτόν τον τρόπο απαραίτητη στους πολίτες, που αισθάνονται ανασφαλείς είτε διότι απειλούνται, είτε διότι αισθάνονται ότι απειλούνται, είτε διότι χρησιμοποιούν την απειλή ως τροφή για το ρατσισμό τους. Η Χρυσή Αυγή είναι για κάποιους κάτι σαν τα κανάλια της προηγούμενης δεκαετίας. Πολύ πιο σοβαρό βέβαια. Θα φωνάξουμε τα κανάλια, απειλούσαν οι αδικημένοι του κόσμου αυτού όταν αισθάνονταν ότι η δικαίωσή τους συναντούσε εμπόδια. Η απειλή των καναλιών και η συγκάλυψή της από τμήμα των ΜΜΕ, αποτέλεσε συστατικό στοιχείο ενός από τους βασικούς αντιπάλους της δημοκρατίας, του λαϊκισμού. Τώρα, η προσφυγή στην προστασία της Χρυσής Αυγής εκτρέφει τον κατεξοχήν αντίπαλο του δημοκρατικού πολιτεύματος, τον εκφασισμό. Η Χρυσή Αυγή χρησιμοποιεί τη δύναμη που αντλεί από τους πολίτες, για να πλήξει τους δημοκρατικούς θεσμούς και να τους εθίσει σε ακραίες φασιστικές νοοτροπίες και συμπεριφορές. Αναμφίβολα λοιπόν η απουσία του κράτους είναι μια βασική ερμηνεία για να εξηγήσουμε και να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο που λέγεται Χρυσή Αυγή.

Να μη γελιόμαστε, όμως. Αρκεί η ανάληψη της ευθύνης από την πολιτεία για να περιθωριοποιήσει τη Χρυσή Αυγή; Μπορεί το κράτος να λειτουργήσει με τρόπο που να ικανοποιήσει αυτόν που απειλείται, ή που χρησιμοποιεί την απειλή; Ισχυρίζομαι πως όχι. Η πολιτεία οφείλει να προστατεύει τους πολίτες της, να ελέγξει τη μετανάστευση, να πατάξει την εγκληματικότητα. Οφείλει, με άλλα λόγια, να αφαιρέσει ένα μέρος της νομιμοποιητικής βάσης ανοχής για τη δράση της Χρυσής Αυγής. Μπορεί επίσης να τιμωρήσει την εκτροπή από την έννομη τάξη. Να μην κάνει τα στραβά μάτια στην όσμωση κράτους και παρακράτους. Να κάνει σαφές στους πολίτες ότι η Χρυσή Αυγή δεν είναι το κράτος, αλλά το παρακράτος. Δεν μπορεί ωστόσο να κάνει τη βρώμικη δουλειά της Χρυσής Αυγής και μ’ αυτόν τον τρόπο να την αχρηστέψει. Δεν μπορεί να παραβιάσει τα δικαιώματα των νόμιμων ή παράνομων μεταναστών. Δεν μπορεί να τους χτυπήσει, να τους στείλει στο νοσοκομείο, να τους θέσει το δίλημμα: ή το φευγιό σας ή τη ζωή σας. Η Χρυσή Αυγή επιτελεί αυτό ακριβώς το έργο. Λέει σε όλους τους τόνους στους μετανάστες, ή φεύγετε ή πεθαίνετε. Και για το έργο της αυτό, δεν στηρίζεται στην απουσία του κράτους, αλλά σε αυξανόμενα ιδεολογικά ρεύματα που απειλούν συθέμελα το δημοκρατικό πολιτισμό.

Η Χρυσή Αυγή τρέφεται από μια ακραία ιδεολογία, που γίνεται όλο και περισσότερο κανονική και κανονιστική από το τέλος της δεκαετίας του ’90 και εξής. O Λόγος της Χρυσής Αυγής, είναι σήμερα κυρίαρχος κοινωνικός λόγος. Ρατσιστικός, εθνικιστικός, σεξιστικός είναι ο κρυφός Λόγος πολλών ελλήνων πολιτών. Τον ακούς στις παρέες, στο ραδιόφωνο, σε υψηλής τηλεθέασης εκπομπές. Τον χαϊδεύουν καθημερινά κόμματα, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι έγκριτοι πολίτες. Δέρνει στον αέρα ο χρυσαυγίτης τη βουλευτή του ΚΚΕ και βοά το πανελλήνιο, «Καλά της έκανε!». Κρυφογελούν όσοι την αντιπαθούν. Μαζί τους και ορκισμένοι εκσυγχρονιστές. Ρωτούν τον υπουργό οι χρυσαυγίτες βουλευτές, γιατί να έχουν θέση στους παιδικούς σταθμούς παιδιά μεταναστών και να παίρνουν τη θέση ελληνοπαίδων – και ο υπουργός, αντί να απαντήσει ότι οι νόμιμοι μετανάστες έχουν το δικαίωμα να στέλνουν τα παιδιά τους στους παιδικούς σταθμούς, απολογείται, διαβεβαιώνοντας με αριθμούς πόσο λιγοστοί είναι οι μετανάστες στους παιδικούς σταθμούς. Θέτουν οι χρυσαυγίτες βουλευτές θέμα για την εισαγωγή των Μουσουλμάνων στα ΑΕΙ της χώρας με ειδικό ποσοστό και την επομένη παίρνουν φωτιά οι δημοσιογράφοι για την αδικία που συντελείται εναντίον των ελληνοπαίδων. Κάνει ερώτηση ο χρυσαυγίτης βουλευτής για την προσβολή της προσωπικότητας του γέροντα Παϊσιου από δημιουργό ιστοσελίδας και αμέσως κινείται η δίωξη ηλεκτρονικού εγκλήματος. Αυτό είναι το πρόβλημα της Δημοκρατίας μας. Εθνικιστικές, ρατσιστικές και σεξιστικές αντιλήψεις, γίνονται κοινοί τόποι. Αυτή είναι η νομιμοποιητική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η Χρυσή Αυγή. Η κοινωνία μας αφέθηκε ανυπεράσπιστη στα ρατσιστικά αισθήματα, στα εθνικιστικά συνθήματα και στα σεξιστικά ανέκδοτα. Μόνον μειοψηφίες θίγονται απ’ αυτά. Η δράση της Χρυσής Αυγής ακουμπάει σ’ αυτήν τη συνομιλία, σ’ αυτήν την ανοχή.  Όσο δεν υπάρχουν μέτωπα, η άνοδος της Χρυσής Αυγής είναι βέβαιη…

Το δημοκρατικό πολιτισμό απειλεί επίσης η βία, απ’ όπου και αν προέρχεται. Δεν είναι όμως η ώρα να γίνουν συμψηφισμοί. Στη φασιστική ιδεολογία και βία, δεν αντιπαρατίθεται καμία άλλη βία. Ο φασισμός δεν αστειεύεται. Τα εγκλήματά του είναι μοναδικά. Είναι το σημείο μηδέν. Δεν υπάρχει πιο κάτω. Και μια και οι συνειρμοί με τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι στην ημερήσια διάταξη, να θυμίσω τους στίχους του Μπέρτολντ Μπρεχτ.

«Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους, δεν αντέδρασα.

Δεν ήμουν τσιγγάνος.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.

Δεν ήμουν κομμουνιστής.

Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.

Δεν ήμουν Εβραίος.

Όταν έκλεισαν το στόμα των Ρωμαιοκαθολικών που αντιτάσσονταν στο φασισμό δεν έκανα τίποτα.

Δεν ήμουν καθολικός.

Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα

Δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει.»

*Η Μαρία Ρεπούση είναι καθηγήτρια ιστορίας και βουλευτής Πειραιά της ΔΗΜΑΡ.

Πηγή: Μεταρρύθμιση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s